Ο ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ

Ο ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΑ ΚΑΤΡΙΤΣΗ
Σάββατο 2 Αυγούστου, στις 19.15
Ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες της εποχής μας, ο Μίμης Πλέσσας σε μια συγκινητική συνέντευξη, μιλά στην Έλενα Κατρίτση για τους ανθρώπους και τα περιστατικά που σημάδεψαν την 90χρονη πορεία της ζωής του.
Ο αγαπημένος μουσικοσυνθέτης Μίμης Πλέσσας μιλά για τις μεγάλες στιγμές της καριέρας του, για την κριτική και την αμφισβήτηση που δέχτηκε, αλλά και για τις σχέσεις του με τον Μάνο Χατζηδάκη, τον Γιάννη Πουλόπουλο και τη Ρένα Κουμιώτη…
Για τις ταινίες του… την κριτική… την αμφισβήτηση…
«Υπάρχει μία πολύ όμορφη παροιμία που λέει… «να φάνε και οι κότες». Δεν υπάρχει περίπτωση να κάναμε κάτι και να μην περνούσε πρώτα από την αρνητική διάθεση να μας παραδεχτούν. Κάποια στιγμή τολμήσαμε να κάνουμε μιούζικαλ και κατηγορηθήκαμε γι’ αυτό… Με αμφισβήτησαν πολύ…. Για το γεγονός ότι μπορώ να κάνω τα πάντα… Υπήρχαν τεράστια ταλέντα, τα οποία κάθονταν σε μια μανιέρα και την επέβαλλαν…»
«…Ο Μάνος Χατζηδάκης βγήκε με τη σιγουριά ότι είχε τον Τύπο, την κυβέρνηση, τη ραδιοφωνία, όλα δικά του! Ξεκίνησε με μία εγωπάθεια και είπε ούτε λίγο, ούτε πολύ, «πριν από εμέ το χάος». Υπήρχε όμως, ο Γιαννίδης, ο Σακελαρίδης, ο Σακελάριος, συγκλονιστικές προσωπικότητες… Πέρασε πάρα πολύς καιρός και οι δυο μας αποφασίσαμε να κάνουμε την Ένωση Δημιουργών και εκεί γνώρισα έναν άνθρωπο που ήξερε να δίνει. Μας συνέδεσε μία φιλία και του τα συγχώρεσα όλα».
Για τον Γιάννη Πουλόπουλο …
«Αν ήμουν άδικος μαζί του, του ζητώ συγνώμη… Πως μπορώ όμως να είμαι άδικος σε ένα παιδί που ήταν δημιούργημά μου… Ήταν ένα παιδί που δεν ήξερε να μιλήσει ελληνικά και έφτασε κάποια στιγμή να ορίζει τη μόδα του τραγουδιού. Δεν ξεχνιέται η εποχή που πήγαινα εκεί που έβαφε στον Άγιο Ιερόθεο, τον έβαζα πάνω στη μηχανή και τον πήγαινα στον Ορφέα. Τα κορίτσια τον ακούμπαγαν και λιποθύμαγαν. Ερχόντουσαν και του δίνανε τα σταυρουδάκια τους και εγώ τον καμάρωνα…»
Για την μητέρα του…
«Ήμουν ερωτευμένος με μία σπουδαία κοπέλα που δεν ήταν άλλη από τη μητέρα μου… Όταν πήρα το πρώτο άριστα και γύρισα σπίτι, της είπα «μανούλα αρίστευσα», την αγκάλιασα και πέθανε. Αυτό λοιπόν δεν θα μπορούσα ποτέ να το ξεπεράσω, ιδίως δε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε την επιθυμία μου να γίνω μουσικός. Με αγκάλιασε, μου είπε «ευχή και κατάρα των γονιών σου, μην γίνεις μουσικάντης». Και μουσικάντης δεν έγινα, αλλά έκανα τους μουσικάντες, μουσικούς…»
Για τα δύσκολα χρόνια της εφηβείας στην κατοχή…
Θα σου πω κάτι που δεν είναι πολύ ευχάριστο. Την μεγάλη πείνα στην κατοχή την πέρασα, κουβαλώντας με ένα καροτσάκι του λούστρου τα πτώματα που είχαν πεθάνει από αβιταμίνωση. Για κάθε ένα που πήγαινα στους Ιταλούς, δίνανε ένα κομμάτι μαύρη μπομπότα. Γύριζα σπίτι, έπλενα τα χέρια μου, την έκοβα στη μέση και την τρώγαμε με την αδελφή μου… Όταν έχεις φτάσει τόσο κοντά στο θάνατο… Είναι δυνατόν να μην με έχουν επηρεάσει όλα αυτά…»
Πως «γεννήθηκε» η «Άγια Κυριακή»…
«Τον πατέρα μου τον συνέλαβαν οι Γερμανοί γιατί ανακαλύψανε ότι στα αμπάρια του πλοίου φυγάδευε ανθρώπους στη Μέση Ανατολή… Τον είχαν καταδικάσει 7 φορές σε θάνατο… Βρήκα έναν άνθρωπο να δανειστώ λεφτά και νομίζω ότι τα πλήρωσα μέχρι τελευταίας δεκάρας. Ο πατερούλης μου βγήκε από τη φυλακή και πέθανε με τον δικό του τρόπο, με την ησυχία του, έτσι όπως ήθελε να φύγει…»
Για το αν έχει αδικήσει κανέναν…
«Αυτό που μπορώ να πω μετά παρρησίας είναι ότι δεν αδίκησα ποτέ κανέναν και εάν προς στιγμή έκανα κάτι, μόλις το κατάλαβα, φρόντισα να επανορθώσω»